Το Ελληνικό ελαιόλαδο & οι ανταγωνιστές του

Το Ελληνικό ελαιόλαδο & οι ανταγωνιστές του

Η Ελλάδα είναι η 3η παγκοσμίως ελαιοπαραγωγός χώρα μετά την Ισπανία και την Ιταλία. Το 70% της παραγωγής είναι έξτρα παρθένο ελαιόλαδο. Το 1/3 της ετήσιας παραγωγής, δηλαδή 135.000 τόνοι εξάγονται.

 Η χώρα μας βρίσκεται στην πρώτη θέση σε εξαγωγή έξτρα παρθένου, με το 90% να προορίζεται προς την Ε.Ε. Δυστυχώς, το 80% της παραγωγής εξάγεται χύμα, ενώ μόνο το 10%  τυποποιείται. Σύμφωνα με στοιχεία του 2009, το 11,9% του πληθυσμού ασχολείται με τη γεωργία. Με γεωγραφικά κριτήρια, το 80% της παραγωγής προέρχεται από 3 περιοχές της Ελλάδος: την Πελοπόννησο (37%), την Κρήτη (30%) και τα Ιόνια Νησιά (12%). Ειδικότερα, η Πελοπόννησος, η Μεσσηνία και η Ηλεία αποτελούν τον πυρήνα της παραγωγής. 

Σε ότι αφορά στην Κρήτη, το Ηράκλειο και τα Χανιά σηκώνουν το βάρος της καλλιέργειας ενώ στα Ιόνια νησιά η Κέρκυρα είναι ο βασικός παίκτης παραγωγής ελαιολάδου. Τα ελαιόδεντρα στην Ιταλία φθάνουν τα 179.334.841 σε 1.350.000 εκτάρια (ha) γης, κάτι το οποίο σημαίνει ότι σε 10 στρέμματα αντιστοιχούν 165 δέντρα. Η παραγωγή ελαιολάδου συγκεντρώνεται στα νότια της Ιταλίας, με την Απουλία να έχει την πρωτιά με 32,25%, την Καλαβρία να ακολουθεί (30,31%) και τέλος τη Σικελία με 9,42%. Την περίοδο 2010 – 2011 το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο της ιταλικής παραγωγής εκτιμήθηκε στα €3,31/κιλό, ενώ στην Ελλάδα η αξία έφθασε τα €2,03/κιλό. 

Στην Ισπανία η τιμή ανά κιλό ήταν χαμηλότερη αφού δεν ξεπέρασε τα €1,96/κιλό. Σε περιοχές με υψηλό ποσοστό ανεργίας, η ενασχόληση με την παραγωγή ελαιολάδου αποτελεί οικονομική ανάσα για τους Ισπανούς. Το 2009 υπήρχαν 2.568.382 εκτάρια (ha) ελαιώνα από τα οποία 2.475.367 ha ήταν παραγωγικά, ενώ τα 93.015 επιτραπέζιες ελιές. 

Η Ανδαλουσία έχει την υψηλότερη συγκέντρωση σε παραγωγή με ποσοστό που αγγίζει το 84%. Ανάμεσα στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 50% των ελαιώνων βρίσκονται στην Ισπανία. Υπάρχουν 1740 ελαιοτριβεία με το 45% των εγκαταστάσεων να βρίσκεται στην Ανδαλουσία. Οι ελαιώνες της Τυνησίας αποτελούν το 20% της παγκόσμιας έκτασης οπωρώνων με μερίδιο παραγωγής ελαιολάδου στο 6%. Η συγκεκριμένη δραστηριότητα θεωρείται σημαντική, διότι περιορίζει τη μετανάστευση στα αστικά κέντρα και βεβαίως αποτελεί οικονομική διέξοδο για τον καλλιεργητή. 

Η Τυνησία είναι πρώτη μετά την Ευρωπαϊκή Ένωση σε παραγωγή και εξαγωγή ελαιολάδου, κάτι το οποίο θα πρέπει να απασχολήσει την ελληνική αγορά. Η εξαγωγή ελαιολάδου είναι βασική δραστηριότητα αφού αποτελεί το 50% των συνολικών της εξαγωγών. Από το σύνολο της παραγωγής, το 75% εξάγεται και σε απόλυτους αριθμούς αντιστοιχεί σε 165.000 τόνους. 

Είναι ζωτικής σημασίας ενασχόληση διότι οι κλιματολογικές συνθήκες δεν ευνοούν οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα και όπως αναφέρθηκε παραπάνω είναι κρίσιμος παράγοντας δημογραφικής σταθερότητας σε αυτές τις περιοχές. Τέλος, η ποιότητα του τυνησιακού ελαιολάδου είναι αξιοπρόσεκτη, διότι από το σύνολο της παραγωγής το 65% ήταν έξτρα παρθένο. Η παραγωγή ελαιολάδου θεωρείται σημαντική και στην Τουρκία, αφού το Υπουργείο Γεωργίας χρηματοδοτεί το προϊόν έχοντας οδηγήσει στην αύξηση του αριθμού των ελαιοδέντρων κατά 35% τα τελευταία έξι χρόνια. Η Τουρκία εξάγει ελαιόλαδο σε περισσότερες από 90 χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ιταλία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Αυστραλία, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Περίπου 500.000 οικογένειες ζουν από την καλλιέργεια της ελιάς. Ο κλάδος είχε προβλέψει ότι το 2015 η καλλιεργήσιμη γη ελιάς θα έφτανε το 1.000.000 εκτάρια.

Το παρακάτω ιστόγραμμα απεικονίζει την παραγωγή ελαιολάδου της Ελλάδας από το 1990 έως και το 2016. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για κατανομή με αρνητική ασυμμετρία όπου οι περισσότερες παρατηρήσεις βρίσκονται στο δεξί άκρο της καμπύλης. Η ελληνική παραγωγή ελαιολάδου εμφανίζει μεγαλύτερη συχνότητα στην κλάση 300.000 με 350.000 τόνους, δίχως όμως να λησμονηθεί ότι αρκετές φορές η χώρα μας κινήθηκε σε υψηλότερο επίπεδο φθάνοντας ακόμη και τους 450.000 τόνους παραγωγής ελαιολάδου. Ειδικότερα, η Ελλάδα παρουσίασε κατά μέσο όρο απόκλιση από τη μέση παραγωγή ίση με 78.000 τόνους, η ελάχιστη παραγωγή πραγματοποιήθηκε το 2013 με 132.000 τόνους, ενώ η υψηλότερη ποσότητα σημειώθηκε το 1998 με 473.000 τόνους.

2.jpg

Από την άλλη πλευρά, η παραγωγή της Ισπανίας είναι σαφώς υψηλότερη από εκείνη της χώρας μας. Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η υψηλή μεταβλητότητα της παραγωγής, η οποία ξεκινά από τους 500.000 με μέγιστη ποσότητα τους 1.500.000 τόνους. Την 25ετία η Ισπανία παρουσιάζει την υψηλότερη κατά μέσο όρο παραγωγή ελαιολάδου φθάνοντας τους 987.000 τόνους. Επιπλέον, εμφανίζει σαφώς μεγαλύτερη απόκλιση από τη μέση ποσότητα, ήτοι κατά 376.000 τόνους ελαιολάδου. Η ελάχιστη ποσότητα εντοπίζεται το 1995 με 337.000 και η μέγιστη το 2013 με 1.781.000 τόνους, χρονιά που η Ελλάδα είχε τη χαμηλότερη.

3.jpg

4.jpg

Ακολουθεί η Ιταλία 514.000 τόνους. Η τυπική απόκλιση από τη μέση παραγωγή φθάνει τους 155.000. Η ελάχιστη ποσότητα παρατηρήθηκε το 1990 με 163.000 και η υψηλότερη το 2004 με 879.000 τόνους. Η καμπύλη πλησιάζει την κανονική κατανομή αφού είναι ελαφρώς ασύμμετρη προς τ’ αριστερά δείχνοντας ότι η πλειονότητα των παρατηρήσεων συγκεντρώνονται γύρω από τον μέσο όρο.

5.jpg

Σύμφωνα με το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου, η Τυνησία και η Τουρκία είναι σημαντικές αγορές και ισχυρός αντίπαλος της Ελλάδος. Η μέση παραγωγή της Τυνησίας κυμαίνεται λίγο κάτω από τους 166.000 τόνους. Η μέγιστη τιμή παραγωγής σημειώθηκε το 2014 με 340.000, ενώ η ελάχιστη το 2001 με 35.000 τόνους. Πρόκειται για ελαφρώς ασύμμετρη κατανομή προς τα δεξιά, ενώ η κύρτωση είναι αρνητικός αριθμός δείχνοντας ότι οι παρατηρήσεις παρουσιάζουν μεγάλη διασπορά γύρω από τη μέση παραγωγή. Είναι μια αγορά με σημαντικές διακυμάνσεις, όμως η παραγωγή είναι αξιοσημείωτη διότι είναι το 50% της παραγωγής της Ελλάδος.

6.jpg

Τελευταία αγορά που εξετάζεται είναι η Τουρκία. Η γείτονα χώρα εξάγει μεταξύ άλλων λιπάσματα και ζεόλιθο, έχοντας σημαντική θέση στην ελληνική αγορά. Είναι ένας παίκτης εξίσου ανταγωνιστικός λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της προόδου που έχει κάνει στον τομέα της αγροτικής παραγωγής. Βάσει της χρονικής περιόδου των 25 ετών, η Τουρκία παρουσίασε μέση παραγωγή ελαιολάδου ίση με 120.700 τόνους. Η μέγιστη τιμή σημειώθηκε το διάστημα 1996 – 1997 με 200.000 τόνους. Η ελάχιστη παράγωγη ήταν μία χρονιά πριν και μία χρονιά μετά τη μέγιστη, δηλαδή την περίοδο 1996 – 1997 και 1997 – 1998 με 40.000 τόνους. Η κατανομή είναι ασύμμετρη προς τ’ αριστερά με τις παρατηρήσεις να συγκεντρώνονται στο δεξί άκρο της καμπύλης. Σε ότι αφορά στην κύρτωση, είναι αρνητικός αριθμός αποτυπώνοντας τη διασπορά των παρατηρήσεων γύρω από τον μέσο αριθμητικό. Προφανώς και η παραγωγή ελαιολάδου της Τουρκίας είναι περισσότερο ευμετάβλητη συγκριτικά με εκείνη της Ελλάδας.

7.jpg

Παρακάτω αναλύεται σε γράφημα η παραγωγή και η κατανάλωση ελαιολάδου στην Ελλάδα. Ο μέσος όρος παραγωγής είναι 343.000 τόνους, ενώ η κατανάλωση κινήθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο, δηλαδή στους 225.600 τόνους. Η χώρα μας καλύπτει την ανάγκη του πληθυσμού της και ταυτόχρονα παρουσιάζει κατά μέσο όρο πλεόνασμα 117.400 τόνων. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η παραγωγή εμφανίζει σημαντική διακύμανση, όμως στη διάρκεια της 25ετίας η κατανάλωση ήταν σχεδόν πάντοτε μικρότερη της προσφοράς.  Η τάση στην κατανάλωση είναι πτωτική και εντονότερη συγκριτικά με την παραγωγή, στοιχείο που αιτιολογείται στην επιλογή των Ελλήνων για λύσεις αφενός μεν φθηνότερες, αφετέρου δε λιγότερο ποιοτικές. Είναι ουσιαστικά απόρροια της οικονομικής ανέχειας και αφού πλέον δεν υπάρχουν άλλες λύσεις, ο καταναλωτής προτιμά τα υποκατάστατα του ελαιολάδου. 

Αναφορικά με την παραγωγή, το 2013 η Ελλάδα παρουσίασε ιστορικό χαμηλό στους 132.000 τόνους. Εκείνη η χρονιά χαρακτηρίστηκε από δυσμενείς καιρικές συνθήκες που δεν επέτρεψαν την ομαλή εξέλιξη της καρπόδεσης με αποτέλεσμα να εμφανιστεί το φαινόμενο της σχινοκαρπίας (Νάνος, 2013). Όπως επίσης κανείς δεν έχει ενημερώσει τους παραγωγούς – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – ότι για να περιορίσουν το πρόβλημα μπορούν να ψεκάσουν ή να ενσωματώσουν στο έδαφος του ελαιώνα τους τον ζεόλιθο. Ένα πορώδες ορυκτό το οποίο είναι υδρόφιλο, επιτρέπει στο δέντρο την αναπνοή, προστατεύει τον καρπό από το δάκο κάνοντας ένα λεπτό φιλμ σκόνης και λειτουργεί ως φίλτρο στο έδαφος δεσμεύοντας όλα τα βλαβερά για το δέντρο στοιχεία. Παράλληλα ελευθερώνει τα ωφέλιμα θρεπτικά συστατικά μαζί με την υγρασία που χρειάζεται το φυτό. Σύμφωνα με άρθρο του Νάνου (2013) στην εφημερίδα Έθνος, στη Μεγαλόνησο και πιο συγκεκριμένα στους Νομούς Λασιθίου και Ρεθύμνης η δακοκτονία πραγματοποιήθηκε στο 1/5 των ελαιοδέντρων. Ο παραγωγός όμως πληρώνει 2% δακοκτονία για την προστασία του καρπού. Και προφανώς οι παραγωγοί δεν αποζημιώνονται για τέτοιου είδους ζημιές, αφού ο ΕΛΓΑ δεν ενισχύει οικονομικά τον αγρότη όταν πλήττεται η καλλιέργειά του από ισχυρούς ανέμους, παρατεταμένη ξηρασία, έντονη ζέστη με εναλλαγές στη θερμοκρασία κατά την καλοκαιρινή περίοδο, έντονη χιονόπτωση και σπάσιμο κορμών και κλαδιών του δέντρου δίχως καρπό.

Βέβαια, ο παραγωγός είναι υποχρεωμένος βάσει νόμου να ασφαλίζει τα αγροτεμάχιά του και να πληρώνει εισφορά. Εάν κάποιος δεν θέλει να ασφαλίσει την αγροτική του περιουσία, δεν έχει το δικαίωμα επιλογής. Οι Έλληνες παραγωγοί πρέπει να στοχεύσουν στην ποιότητα και να ακολουθήσουν έναν τρόπο καλλιέργειας φιλικό προς το περιβάλλον, μειωμένου κόστους (χρήση ζεόλιθου) και ταυτόχρονης αύξησης παραγωγής περιορίζοντας το φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας. Αυτό συνδυάζεται με σωστό κλάδεμα ώστε το δέντρο να διατηρείται σε χαμηλό ύψος, λελογισμένη χρήση διαφυλλικών λιπασμάτων και συγκομιδή του ελαιοκάρπου από τέλη Οκτωβρίου αρχές Νοεμβρίου. Επιπλέον, θα πρέπει τα ελαιοτριβεία να διαθέτουν κλειστούς μαλακτήρες, η διάρκεια της μάλαξης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 40 λεπτά της ώρας σε θερμοκρασία όχι παραπάνω από 27 βαθμούς κελσίου και προφανώς το νερό του πλυντηρίου να είναι καθαρό. Η καθαριότητα είναι σημαντική και η απουσία της υποβαθμίζει την ποιότητα του ελαιολάδου και οποιαδήποτε προσπάθεια του παραγωγού. Τέλος και εξίσου σημαντική είναι η μεταφορά του ελαιοκάρπου σε ειδικά πλαστικά κιβώτια. Εάν δεν είναι εφικτό, σε τσουβάλια διχτυωτά αεριζόμενα. Ακόμη, είναι προτιμότερο οι ελιές να αλέθονται αυθημερόν με όσο το δυνατόν λιγότερες μετακινήσεις ώστε να μην «χτυπιούνται». Είναι τραγικό όταν κάποιοι παραγωγοί καυχιόνται συχνά ότι την τάδε ημέρα συλλογής κατάφεραν να «κάνουν» 30 ή και 40 «πατητά» γιούτινα τσουβάλια. 

Φορτώνουν τα οχήματά τους τόσο πολύ που το τσουβάλι που βρίσκεται στον πάτο της καρότσας του αγροτικού έχει «αγανακτήσει» από το βάρος. Το μόνο που καταφέρνουν είναι να υποβαθμίζουν την παραγωγή τους. Βέβαια, κάποιος θα υποστηρίξει ότι δεν έχει σημασία, διότι η ποσότητα και η ταχύτητα ξεπερνούν την ποιότητα. Είναι κρίσιμο να αποσαφηνιστεί ότι κάθε είδους επιδότηση ναι μεν βοηθάει, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις δημιουργεί αδιάφορους καλλιεργητές (αγρανάπαυση, αναμπέλωση). Γι’ αυτό και στα ράφια των υπεραγορών υπάρχουν σταφίδες Τουρκίας, ξηροί καρποί Κίνας, Αργεντινής και πατάτες Αιγύπτου με τον καταναλωτή να αισθάνεται όχι απλά Ευρωπαίος αλλά Διεθνής. Εάν μάθουμε να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις, τότε μειώνουμε το ρίσκο που απορρέει από εξωγενείς παράγοντες όπως οι επιδοτήσεις. Σε συνέχεια της ανάλυσης με την Ισπανία να καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες του πληθυσμού της αφού στην 25ετία μόνον την περίοδο 1995 – 1996 το ισοζύγιο παραγωγή κατανάλωση ήταν αρνητικό κατά 14.500 τόνους. Είναι μια αγορά με υψηλή σε ποσότητα παραγωγής και ένας από τους βασικούς ανταγωνιστές της Ελλάδας καθορίζοντας και την τιμή πώλησης της δικής μας παραγωγής.

81.jpg

Η Ιταλία απορροφά το 75% του πλεονάσματος ελαιολάδου που παράγει η Ελλάδα. Το αναμειγνύει με λάδια κατώτερης ποιότητας και αναβαθμίζει τα αποθέματά της, τυποποιεί και προωθεί το δικό της προϊόν στηριζόμενο στο δικό μας ελαιόλαδο. Το γράφημα που ακολουθεί αποτυπώνει την αδυναμία της αγοράς να καλύψει τη ζήτηση με μοναδικές περιπτώσεις τις περιόδους 1991 – 1992, 1999 – 2000 και 2004 – 2005. Βέβαια, τα πλεονάσματα δεν είναι ιδιαίτερα υψηλά, αφού δεν ξεπέρασαν τους 44.500 τόνους. Η κατανάλωση δεν παρουσιάζει σημαντική μεταβλητότητα, με τη μέγιστη τιμή να σημειώνεται την περίοδο 2005 – 2006. Αντιθέτως, η παραγωγή παρουσιάζει υψηλή διακύμανση με το εύρος ανάμεσα στο μέγιστο και στο ελάχιστο να ξεπερνά τους 715.000 τόνους.

9.jpg

Το επόμενο βήμα της ανάλυσης περιλαμβάνει τις εξαγωγές ελαιολάδου της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Ιταλίας. Η Ελλάδα υπολείπεται σε ποσότητα σε σχέση με τις άλλες δύο χώρες, εξαιτίας κυρίως της μικρότερης γεωγραφικής έκτασης της χώρας. Η υψηλότερη θετική μεταβολή της Ελλάδας σημειώθηκε την περίοδο 1990 – 1992 με 113%, ενώ η μεγαλύτερη μείωση εξαγωγών ελαιολάδου πραγματοποιήθηκε το διάστημα 1995 – 1997 κατά 53%.

10.jpg

Η Ιταλία, από την άλλη πλευρά, εξάγει σημαντική ποσότητα ελαιολάδου δίχως να εμφανίζει διακυμάνσεις, αλλά μια σταθερή ανοδική πορεία. Την περίοδο 1998 έως το 2000 η αύξηση άγγιξε το 46% και ήταν η καλύτερη περίοδος προώθησης ελαιολάδου εκτός συνόρων. Οι χειρότερες επιδόσεις για την ιταλική παραγωγή σε επίπεδο εξαγωγών διαμορφώθηκαν με πτώση της τάξεως του 14% τις χρονικές περιόδους 1994 – 1996 και 2013 – 2015.

Στο ίδιο μοτίβο κινείται και η εξαγωγική δραστηριότητα της Ισπανίας, όμως η εν λόγω χώρα από το 2005 και πλέον παρουσιάζει απότομη αύξηση στις εξαγωγές της. Από το 2010 έως και το πέρας της εξεταζόμενης περιόδου εμφανίζει διακυμάνσεις οι οποίες λειτουργούν ως στήριγμα για την επόμενη χρονιά. Οι πωλήσεις στο εξωτερικό το 1998 – 2000 και 2014 – 2016 εμφάνισαν αύξηση κατά 38%. Τις ελαιοκομικές περιόδους 1991 – 1993 και 2013 – 2015 η Ισπανία αντιμετώπισε σημαντική πτώση στις εξαγωγές της, ήτοι κατά 18% ή κατά 53.000 τόνους τη διετία 2013 – 2015 και κατά 11.200 τόνους την περίοδο 1991 – 1993.

Πηγές

  1. Country Profile. Ανακτήθηκε την 10η Απριλίου, 2017, από την ιστοσελίδα http://www.internationaloliveoil.org/estaticos/vie...
  2. World Olive Oil Figures. Ανακτήθηκε την 10η Απριλίου, 2017, από την ιστοσελίδα http://www.internationaloliveoil.org/estaticos/vie...
  3. Νάνος, Κ. (2013). Πτώση – σοκ στην παραγωγή ελαιολάδου. Ανακτήθηκε την 17η Απριλίου, 2017, από την ιστοσελίδα http://www.ethnos.gr/koinonia/arthro/ptosi_sok_sti...